Καρκίνος του προστάτη έρευνες

0
114
  • Το 2003 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Prostate μελέτη με τίτλο «Αντι-πολλαπλασιαστικές και αποπτωτικές επιδράσεις της ανανδαμίδης σε ανθρώπινα κύτταρα προστατικού καρκίνου: συνέπεια της ρύθμισης των υποδοχέων των επιδερμικών αναπτυξιακών παραγόντων και της παραγωγής κεραμίδης». Οι ερευνητές της μελέτης έγραψαν: «Η ανανδαμίδη (ANA) είναι ένα ενδογενές λιπίδιο που δρα ως ένας υποκαταστάτης υποδοχέων κανναβινοειδών και με ισχυρή αντικαρκινική δράση σε διάφορους τύπους καρκινικών κυττάρων. Οι ισχυρές αντι-πολλαπλασιαστικές και κυτταροτοξικές επιδράσεις της ANA σε μεταστατικά καρκινικά κύτταρα του προστάτη παρέχουν τη βάση για τον σχεδιασμό νέων θεραπευτικών παραγόντων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των υποτροπιαζόντων και διηθητικών καρκίνων του προστάτη» (51).
  • Το 2012 δημοσιεύθηκε στο Indian Journal of Urology μελέτη με τίτλο «Ο ρόλος των κανναβινοειδών στον καρκίνο του προστάτη. Βασικές επιστημονικές προοπτικές και δυνητικές κλινικές εφαρμογές». Οι ερευνητές της μελέτης έγραψαν: «Πειραματικές αποδείξεις δείχνουν ότι οι ιστοί του προστάτη έχουν υποδοχείς κανναβινοειδών και η διέγερσή τους συντελεί σε αντι-ανδρογενικές επιδράσεις. Έγινε έρευνα στο PubMed χρησιμοποιώντας τους όρους “κάνναβη”, “κανναβονοειδή”, “καρκίνος του προστάτη” και “διαχείριση πόνου του καρκίνου”, δίνοντας έμφαση στις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις. Τα καρκινικά κύτταρα του προστάτη έχουν αυξημένη έκφραση υποδοχέων κανναβινοειδών 1 και 2, και διέγερσή τους συντελεί σε μειωμένη βιωσιμότητα των κυττάρων, αυξημένη απόπτωση και μειωμένη έκφραση υποδοχέων ανδρογόνων και έκκριση ειδικών προστατικών αντιγόνων. Το ενδοκανναβοειδές σύστημα έχει πρόσφατα έρθει στο επίκεντρο της ιατρικής έρευνας και έχει θεωρηθεί ένας ισχυρός θεραπευτικός παράγοντας από τη δεκαετία του 1980.
  • Το 2005 ο Sarfaraz και οι συνεργάτες του έδειξαν αυξημένη έκφραση των υποδοχέων CB1 και CB2 σε καλλιέργεια καρκινικών κυττάρων του προστάτη συγκρινόμενα με φυσιολογικά κύτταρα προστάτη και ότι η θεραπεία των καρκινικών κυττάρων του προστάτη με αγονιστές κανναβινοειδών CB1/CB2 WIN-55,212-2 συντελεί σε ανάλογα με τη δόση και τον χρόνο μείωση της βιωσιμότητας των κυττάρων και αυξημένη απόπτωση (κυτταρικό θάνατο) μαζί με μείωση της πρωτεϊνικής έκφρασης υποδοχέων ανδρογόνων, μειωμένη έκφραση PSA, κάτι που δείχνει ότι τα κανναβινοειδή θα έπρεπε να θεωρηθούν ως παράγοντες για την αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη.

Το συμπέρασμά μας είναι ότι θα έπρεπε να υπάρξει ενδιαφέρον για τη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών που περιλαμβάνουν φαρμακευτική κάνναβη ή άλλα συστατικά κανναβινοειδών σε σύγκριση με κλινικούς δείκτες όπως PSA με ελέγχους, ιδιαίτερα σε άνδρες με μεταστατικό καρκίνο στα οστά, οι οποίοι δεν θα ωφεληθούν μόνο από τις πιθανές αντι-ανδρογενικές επιδράσεις των κανναβινοειδών, αλλά επίσης από την αναλγησία του πόνου των οστών, βελτίωση της ποιότητας της ζωής, και παράλληλα μείωση της κατανάλωσης ναρκωτικών φαρμάκων και μη εξάρτηση από οπιοειδή».

Οι ερευνητές αναφέρονται και στη διαχείριση του πόνου του καρκίνου με κανναβινοειδή: «Οι υποδοχείς κανναβινοειδών CB1 βρίσκονται κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα και σε λιγότερη αφθονία σε ορισμένους περιφερειακούς ιστούς. Σε περιφερειακό επίπεδο, βρίσκονται στα επινεφρίδια, στους λιπώδεις ιστούς, στην καρδιά, στο συκώτι, στους πνεύμονες, στον προστάτη, στη μήτρα, στις ωοθήκες, στους όρχεις, στον μυελό των οστών, στον θύμο αδένα, στις αμυγδαλές και στις προσυναπτικές νευρικές καταλήξεις. Πιο σημαντικό για τους σκοπούς της παρούσας επιθεώρησης, βρίσκονται στα κεντρικά και περιφερειακά επίπεδα των βιοχημικών οδών του πόνου. Η κατανομή των υποδοχέων κανναβινοειδών παρέχει ανατομική εξήγηση για τις αναλγητικές δράσεις των κανναβινοειδών. Η Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλη είναι το συστατικό με τη μεγαλύτερη ψυχοδιεγερτική ισχύ των φυσικών κανναβινοειδών και έχει τη μεγαλύτερη αναλγητική δράση.

Η κανναβιδιόλη, ένα άλλο μεγάλο συστατικό του φυτού Cannabis sativa, έχει τις ίδιες θεραπευτικές δράσεις με την τετραϋδροκανναβινόλη (αναλγητικές, αντι-φλεγμονώδεις και άλλες), αλλά με διαφορετικό φαρμακολογικό προφίλ. Η επίδραση των κανναβινοειδών έχει επίσης μελετηθεί κλινικά στον καρκίνο του πόνου. Αρχικές μελέτες προσδιόρισαν τη μέτρια επίδραση 20mg στοματικής Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλης ισοδύναμης με 120mg κωδεΐνης (αλκαλοειδούς που παράγεται από το όπιο)» (52).

  • Το 2014 δημοσιεύθηκε στο British Journal of Pharmacology μελέτη με τίτλο «Τα μη-THC κανναβινοειδή εμποδίζουν την ανάπτυξη καρκινώματος προστάτη in vitro και in vivo: αποπτωτικές επιδράσεις και υποκείμενοι μηχανισμοί» (53).

Leave a reply