Μελέτες για τη δράση THC και CBD στον καρκίνο του εγκεφάλου

0
148

1. Το 2006 δημοσιεύθηκε  μελέτη, όπου χορηγήθηκε THC σε ασθενείς με γλοιβλάστωμα (καρκίνο του εγκεφάλου) με πολύ καλά αποτελέσματα, στο ιατρικό περιοδικό British Journal of Cancer. Οι συγγραφείς της μελέτης ανέφεραν ότι μέχρι τώρα είχαν γίνει πολλές μελέτες σε πειραματόζωα που έδειχναν ότι η τετραϋδροκανναβινόλη άλλα καναβοειδή εμποδίζουν την ανάπτυξη των όγκων και την αγγειογένεση. Δεν είχε όμως υπάρξει μελέτη σε ανθρώπους. Έτσι λοιπόν αυτοί οι επιστήμονες έκαναν μια πιλοτική δοκιμή, στην οποία χορήγησαν σε 9 ασθενείς με γλοιωβλάστωμα τετραϋδροκανναβινόλη ενδοκρανιακά μέσα στον όγκο. Οι ασθενείς δεν είχαν δει κανένα όφελος από τις συμβατικές θεραπείες (εγχείρηση και ακτινοβολία) και είχαν ξεκάθαρες αποδείξεις για εξέλιξη των όγκων. Η τετραϋδροκανναβινόλη εμπόδισε τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων σε καλλιέργεια και μείωσε το κύτταρο των όγκων Ki67, όταν χορηγήθηκε σε δυο ασθενείς (30).

2. Το 2001 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cancer Research μια μελέτη, η οποία έδειξε ότι η επιλεκτική ενεργοποίηση των υποδοχέων κανναβινοειδών CB(2) στον εγκέφαλο σε ποντίκια εμπόδισε την ανάπτυξη γλοιώματος (31).

3. Το 2003 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Pharmacology and Experimental Therapeutics μια μελέτη με τίτλο «Η αντιογκική δράση της κανναβιδιόλης, ενός μη ψυχοτροπικού κανναβινοειδούς σε ανθρώπινα κύτταρα γλοιώματος». Οι συηηραφείς της μελέτης έγραψαν: «Πρόσφατα τα κανναβινοειδή (CBs) έχει φανεί ότι έχουν αντιογκικές ιδιότητες. Κάναμε την παρούσα μελέτη, για να αξιολογήσουμε την in vitro (σε δοκιμαστικούς σωλήνες) την ικανότητα κατά του πολλαπλασιασμού της κανναβιδιόλης (CBD), ενός μη ψυχοτροπικού κανναβινοειδούς συστατικού, σε ανθρώπινα κύτταρα ανθρώπινου γλοιώματος U87 και U373.

Τελικά, η κανναβιδιόλη χορηγήθηκε σε ποντίκια και εμπόδισε σημαντικά την ανάπτυξη των ανθρώπινων κυττάρων γλοιώματος U87 που εμφυτεύθηκαν υποδόρια στα ποντίκια. Συμπερασματικά, η μη ψυχότροπος κανναβιδιόλη (CBD) ήταν ικανή να προκαλέσει σημαντική αντιογκική δράση τόσο in vitro (εργαστηριακά) όσο και in vivo (σε ζωντανούς οργανισμούς), προτείνοντας έτσι μια πιθανή εφαρμογή της κανναβιδιόλης ως ενός αντινεοπλαστικού (αντικαρκινικού) παράγοντα» (32).

4. Το 2011 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Molecular Cancer Therapeutics μελέτη με τίτλο «Μια συνδυαστική προκλινική θεραπεία κανναβινοειδών και temezolomide κατά του γλοιώματος». Οι συγγραφείς της μελέτης γράφουν: «Το γλοιωβλάστωμα (glioblastoma multiforme) είναι πολύ ανθεκτικό στις σημερινές αντικαρκινικές θεραπείες, και έτσι είναι επιτακτικό να βρεθούν νέες θεραπευτικές στρατηγικές που θα βοηθήσουν στη βελτίωση της φτωχής πρόγνωσης των ασθενών που υποφέρουν από την ασθένεια. Η Δ9-Τετραϋδροκανναβιδιόλη (THC), το σημαντικό ενεργό συστατικό της μαριχουάνας, και άλλοι αγωνιστές υποδοχέων κανναβινοειδών εμποδίζουν την ανάπτυξη όγκων σε ζωικά μοντέλα καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του γλοιώματος, μια επίδραση που βασίζεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, στη διέγερση της απόπτωσης (κυτταρικού θανάτου) μέσω αυτοφαγίας των καρκινικών κυττάρων.

Εδώ δείχνουμε ότι η συνδυασμένη χορήγηση τετραϋδροκανναβιδιόλης (THC) και temozolomide έχει μια ισχυρή αντιογκική δράση σε ξενομισχεύματα γλοιωμάτων, μια επίδραση που επίσης παρατηρείται σε όγκους που είναι ανθεκτικοί σε θεραπεία με temezolomide. Η συνδυαστική χορήγηση τετραϋδροκανναβιδιόλης και temozolomide ενίσχυσε την αυτοφαγία. Η χορήγηση τετραϋδροκανναβιδιόλης και κανναβιδιόλης (CBD) μειώνει σημαντικά την ανάπτυξη των ξενομοσχευμάτων γλοιώματος.

Επιπλέον, η θεραπεία με temezolomide και τετραϋδροκανναβιδιόλη και κανναβιδιόλη προκάλεσε ισχυρή αντιογκική δράση τόσο σε ευαίσθητους στην temozolomide όσο και σε ανθεκτικούς στην temozolomide όγκους. Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν ότι η συνδυαστική χορήγηση τετραϋδροκανναβιδιόλης και κανναβινοειδών μπορεί να αξιοποιηθεί θεραπευτικά για την αντιμετώπιση του γλοιωβλαστώματος (glioblastoma multiforme)» .

5. Το 2007 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Molecular Neurobiology μελέτη με τίτλο «Κανναβινοειδή και γλοιώματα». Οι συγγραφείς της μελέτης γράφουν: «Τα κανναβινοειδή, τα ενεργά συστατικά του φυτού Cannabis sativa L., δρουν στο σώμα μιμούμενα ενδογενή συστατικά – τα ενδοκαναβινοειδή – τα οποία ενεργοποιούν υποδοχείς ειδικών κυττάρων. Τα κανναβινοειδή ασκούν διάφορες καταπραϋντικές επιδράσεις στους καρκινοπαθείς. Επιπρόσθετα, τα κανναβινοειδή εμποδίζουν την ανάπτυξη διαφόρων τύπων καρκινικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των κυττάρων γλοιωμάτων, σε πειραματόζωα…Με βάση αυτά τα προκλινικά ευρήματα, έχει πρόσφατα αρχίσει να διεξάγεται μια πιλοτική κλινική μελέτη της Δέλτα(9)-τετραϋδροκανναβινόλης (THC) σε ασθενείς με υποτροπιάζοντα γλοιβλάστωμα (glioblastoma multiforme).

Το ασφαλές προφίλ της τετραϋδροκανναβινόλης μαζί με τις πιθανές αναχαιτιστικές δράσεις της στα κύτταρα των καρκινικών όγκων, δικαιολογεί τον προγραμματισμό μελλοντικών δοκιμών με σκοπό την αξιολόγηση της δυνητικής αντιογκικής δράσης των κανναβινοειδών».

6. Το 2005 δημοσιεύθηκε στο British Journal of Pharmacology μια μελέτη με τίτλο «Η κανναβιδιόλη εμποδίζει τη μετανάστευση ανθρώπινων κυττάρων γλοιώματος μέσω ενός μηχανισμού ανεξάρτητου από τους υποδοχείς κανναβινοειδών».

7. Το 2007 δημοσιεύθηκε στο Journal of Clinical Investigation μελέτη με τίτλο «Η δράση των κανναβινοειδών προκαλεί κυτταρικό θάνατο με αυτοφαγία μέσω διέγερσης του ER στρες στα ανθρώπινα κύτταρα γλοιώματος». Οι ερευνητές της μελέτης έγραψαν: «Εδώ δείχνουμε ότι η Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλη (THC), το κύριο ενεργό συστατικό της μαριχουάνας, προκαλεί θάνατο ανθρώπινων κυττάρων γλοιώματος μέσω διέγερσης της αυτοφαγίας. Αυτά τα ευρήματα περιγράφουν έναν μηχανισμό με τον οποίο η τετραϋδροκανναβινόλη μπορεί να προάγει την αυτοφαγικό θάνατο σε καρκινικά κύτταρα ανθρώπων και ποντικών και παρέχουν αποδείξεις ότι η χορήγηση κανναβινοειδών μπορεί να είναι μια αποτελεσματική θεραπευτική στρατηγική για τους ανθρώπινους καρκίνους».

8. Το 2004 δημοσιεύθηκε στο Journal of Cancer Research μελέτη με τίτλο: «Τα κανναβινοειδή εμποδίζουν τη βιοχημική οδό του αγγειακού ενδοθηλιακού παράγοντα ανάπτυξης στα γλοιώματα». Οι ερευνητές της μελέτης έγραψαν: «Τα κανναβινοειδή εμποδίζουν την αγγειογένεση των όγκων στα ποντίκια, αλλά ο μηχανισμός της αντι-αγγειογενετικής τους δράσης είναι ακόμα άγνωστος. Λόγω του ότι η βιοχημική οδός του αγγειακού ενδοθηλιακού παράγοντα ανάπτυξης (VEGF) παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην αγγειογένεση των όγκων, εδώ εξετάζουμε, αν τα κανναβινοειδή επιδρούν σε αυτόν.

Ως μια πρώτη προσέγγιση, η ανάλυση cDNA έδειξε ότι η χορήγηση κανναβινοειδών σε ποντίκια που είχα γλοίωμα μείωσε την έκφραση διαφόρων βιοχημικών οδών του VEGF που σχετίζονται με γονίδια. Η χρήση άλλων μεθόδων (ELISA, Western blotting, confocal microscopy) παρείχε επιπρόσθετες αποδείξεις ότι τα κανναβινοειδή καταπίεσαν τη βιοχημική οδό VEGF μειώνοντας την παραγωγή VEGF και την ενεργοποίηση των υποδοχέων VEGF (VEGFR-2), των πιο γνωστών υποδοχέων VEGF, σε καλλιέργεια κυττάρων γλοιώματος σε γλοιώματα ποντικιών.

Αυτές οι αλλαγές στη βιοχημική οδό VEGF ήταν παράλληλες με αλλαγές στο μέγεθος των όγκων. Επιπλέον, η ενδοαγγειακή χορήγηση της Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλης σε δυο ασθενείς με γλοιωβλάστωμα (glioblastoma multiforme) (4ου βαθμού αστροκύτωμα) μείωσε τα επίπεδα VEGF και τη δράση του VEGFR-2 στους όγκους. Λόγω του ότι ο αποκλεισμός της βιοχημικής οδού VEGF αποτελεί μια από τις πιο πολλά υποσχόμενες προσεγγίσεις που είναι τώρα διαθέσιμες, τα παρόντα ευρήματα παρέχουν έναν πρωτοποριακό φαρμακολογικό στόχο για θεραπείες βασισμένες στα κανναβινοειδή».

Leave a reply